Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Έφυγε ο συγγραφέας Χρόνης Μίσιος

Έφυγε ο συγγραφέας Χρόνης Μίσιος



Την τελευταία του πνοή, χάνοντας τη μάχη με τον καρκίνο, άφησε την Τρίτη σε ηλικία 82 ετών, ο Χρόνης Μίσσιος, εμβληματική μορφή της Αριστεράς και των αγώνων της με σημαντικό συγγραφικό έργο και άδολη προσωπικότητα. Η κηδεία του θα γίνει αύριο Τετάρτη στις 2 μ.μ. στο Μικροχώρι Καπανδριτίου.


«Καλή πατρίδα σύντροφε», ήταν η φράση – χαιρετισμός που συναντούσε κανείς απομεσήμερο Τρίτης σε όλα τα μπλογκς κι αναφερόταν στον συγγραφέα και αγωνιστή της Αριστεράς, Χρόνη Μίσσιο.
Σαν συγγραφέας μπήκε με τη μια και για τα καλά στη ζωή μας το 1985 με το βιβλίο «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς». Κυκλοφόρησε από τα Γράμματα και ξεσήκωσε μεγάλη αναγνωστική αγάπη και πολλές συζητήσεις.
Θεματολογία του, η ζώσα ζωή, τα πάθη και τα λάθη μας. Με ανθρώπινη συμπόνοια αλλά και δίχως να μασά τα λόγια του ο συγγραφέας πια Χρόνης Μίσσιος έτσι συνέχισε, όπως ξεκίνησε: “Χαμογέλα, ρε... τι σου ζητάνε;” έγραφε (και κυκλοφορούσε από τα “Γράμματα” πάλι) τρία χρόνια μετά. Ακολούθησαν “Τα κεραμίδια στάζουν”, Γράμματα, 1991, “Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι”, Γράμματα, 1996, “Ντομάτα με γεύση μπανάνας”, Γράμματα, 2001, “Ο Χρόνης Μίσσιος διαβάζει Χρόνη Μίσσιο”, Bond - us music [κείμενα, αφήγηση] το 2009, Συμμετείχε στα συλλογικά έργα “Βόλος: Μια πόλη στη λογοτεχνία», Μεταίχμιο, 2001 και “Παλίμψηστο Καβάλας”, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2009.
Ο Χρόνης Μίσσιος που γεννήθηκε το 1930 την Καβάλα και δούλεψε αρχικά ως καπνεργάτης, ακολουθώντας το επάγγελμα των γονιών του επειδή, λόγω ανέχειας δεν κατάφερε να τελειώσει ούτε το δημοτικό, αφού άφησε πίσω του σελίδες ανεξίτηλες λογοτεχνίας που είναι μαζί η ζωή μας και η ιστορία των τελευταίων πενήντα χρόνων, νικήθηκε από τον καρκίνο και έφυγε στην Αθήνα το 2012, σε ηλικία 82 ετών.
Το τελευταίο αντίο στον Χρόνη Μίσσιο, από συγγενείς και φίλους, αύριο Τετάρτη στις 2 μετά το μεσημέρι στο Μικροχώρι Καπανδριτίου.
Εκεί όπου ζούσε τα τελευταία χρόνια ασκητικά, σαν κοσμοκαλόγηρος κι ο ίδιος, ακριβώς όπως κι οι ήρωες των βιβλίων του.

Η ζωή του:
Γεννήθηκε στην Καβάλα το 1930, από γονείς καπνεργάτες, και έζησε τα πρώτα παιδικά του χρόνια στα Ποταμούδια, μια γειτονιά με πρόσφυγες, καπνεργάτες από τη Θάσο και παράνομους κομμουνιστές κυνηγημένους από τη δικτατορία του Μεταξά.
Είναι η περίοδος που η οικογένειά του κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη και ο Μίσσιος δούλευε μικροπωλητής στο λιμάνι. Το σχολείο το σταμάτησε στη δευτέρα δημοτικού.
Από τα Γιαννιτσά, όπου τον έστειλε ο Ερυθρός Σταυρός, μαζί με άλλα παιδιά για να γλιτώσουν από την πείνα της Κατοχής, πέρασε στους αντάρτες. Με την απελευθέρωση επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη και οργανώθηκε στον Δημοκρατικό Στρατό Πόλεων. Το 1947 συνελήφθη, βασανίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο. Έζησε εννιά μήνες περιμένοντας κάθε πρωί να τον εκτελέσουν και γλίτωσε τον θάνατο χάρη σ' ένα τυχαίο γεγονός.
Από τότε και μέχρι και τον Αύγουστο του 1973 (αμνηστία του Παπαδόπουλου) πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε φυλακές και εξορίες, σαν πολιτικός κρατούμενος στη Μακρόνησο, τον Αι- Στράτη, στις φυλακές Αβέρωφ, Κέρκυρας και στον Κορυδαλλό. Εκεί έμαθε να γράφει και να διαβάζει.

Το έργο του:
“Το ξέρω πως έχουμε καιρό να τα πούμε. Όχι, δε σε ξέχασα. Πώς να ξεχάσω, μωρέ, μόνο εσύ μου απόμεινες... Αλίμονο, αν χάσουμε και τη μνήμη μας, πώς θα μπορέσουμε να ξαναονειρευτούμε;... Όχι, ούτε φοβάμαι μη μου κάνει "ψυχολογικό πορτρέτο" η ασφάλεια, άμα βρει τα χειρόγραφά μου σε καμιά έρευνα. Δεν είμαι πια στη φυλακή, κι απ' ότι φαίνεται, θ' αργήσουμε κάμποσο ακόμα να μπούμε... Μπα, γιατί άλλωστε η ασφάλεια ούτε παρεμπιπτόντως, που λένε, δεν ασχολείται πια με μας... [...] (“Χαμογέλα, ρε... τι σου ζητάνε”, 1988)
Το πρώτο του βιβλίο «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς...» (Γράμματα, 1985), τον καθιέρωσε από τους πρώτους μήνες της κυκλοφορίας σαν σημαντικό συγγραφέα στη συνείδηση κριτικής και κοινού.
Την ίδια ανταπόκριση συνάντησαν και τα επόμενα βιβλία του. Όλα με την ίδια αμεσότητα και πολιτική οξυδέρκεια, με την ίδια συμπόνοια για τ' ανθρώπινα, την ίδια τρυφερότητα και γενναιοδωρία ζωής, την ίδια νοσταλγία και απόγνωση που γίνεται φως από τους ανθρώπους στο μαχαλά. Με το κλειδί πάντα κάτω απ' το γεράνι που, όμως, “δεν είναι σαν τα άλλα τα κλειδιά”.
Και στα βιβλία του “Τα κεραμίδια στάζουν”, “Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι”, “Ντομάτα με γεύση μπανάνας”, όλα δείχνουν ότι ο συγγραφέας το είχε πια βρει για τα καλά αυτό το κλειδί.

Πηγη: ethnos.gr - Ρεπορτάζ: Ελένη Γκίκα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

O δημόσιος τομέας...

O δημόσιος τομέας ήταν ο μοναδικός πυλώνας της όποιας ανάπτυξης έγινε στην Ελλάδα από τη μεταπολίτευση.

Ας σεβαστούμε τον συνάνθρωπο κι ας κινηθούμε ενωμένοι για την πρόοδο της χώρας ενάντια σε κάθε φιλόδοξο πολιτικό που θέλει να τα αρπάξει. Μην κοιτάμε να υποβαθμίσουμε τον άλλον, αλλά να κοιτάμε και να επιδιώκουμε να τον φτάσουμε.

Αφού δεν τα φάγαμε μαζί γιατί να τα πληρώνουμε μαζί;